Το παραμυθοβιβλίο της Ε΄τάξης (μέρος Β΄) - Τα παιδιά μας γράφουν... - Περιεχόμενα ιστοσελίδας - Δημοτικό Σχολείο Νέου Χωριού
Main | Sign Up | Login | RSSΚυριακή, 11/12/2016, 08:58

Δημοτικό Σχολείο Νέου Χωριού

Site menu
Section categories
Η ιστορία του χωρίου μας. [1]
Ήθη και έθιμα της περιοχής μας. [1]
Το σχολείο μας στα χρόνια τα παλιά. [5]
Τα παιδιά μας γράφουν... [16]
Δάσκαλοι και γονείς αρθρογραφούν. [4]
Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων [12]
Τα μαθήματα σκακιού [2]
Our poll
Rate my site
Total of answers: 23
Statistics

Σύνολο συνδεδεμένων χρηστών 1
Επισκέπτης 1
Χρήστης 0

Περιεχόμενα ιστοσελίδας

Main » Articles » Τα παιδιά μας γράφουν...

Το παραμυθοβιβλίο της Ε΄τάξης (μέρος Β΄)
 
 
Ο τεμπέλης και οι βάτραχοι

          Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας πατέρας που είχε δυο γιούς. Ο ένας του γιος ήταν πολύ έξυπνος και δουλευταράς ενώ ο άλλος ήταν πολύ τεμπέλης.

          Μια μέρα ο πατέρας είπε του παιδιού που ήταν τεμπέλης να φύγει από το σπίτι.

          Αυτός έφυγε και πήγε σε μια λίμνη. Εκεί ήταν βατράχια. Το παιδί έμαθε  να μιλάει τη γλώσσα των βατράχων αφού πήγαινε κάθε μέρα και τους μιλούσε. Μια φορά μάλιστα τους ρώτησε τι δε τους αρέσει να τρώνε και αυτοί απάντησαν  πως η σκορδαλιά του πεθαίνει.

          Μια μέρα πήγε στη λίμνη ένα κορίτσι που ήταν πριγκίπισσα και αφού έκανε τη βόλτα της δίψασε και ήπιε νερό από τη λίμνη. Όμως μαζί με το νερό κατάπιε και μερικά από τα βατράχια.

          Όταν γύρισε στο παλάτι την πονούσε φοβερά η κοιλιά της και έπεσε στο κρεβάτι του θανατά!!

          Ο βασιλιάς κάλεσε τους καλύτερους γιατρούς για να την κάνουν καλά όμως δε κατάφερναν τίποτα! Έτσι αποφάσισε να στείλει τελάληδες σε όλο το βασίλειο του και να τελαλήσουν πως όποιος καταφέρει να κάνει την πριγκίπισσα καλά θα την παντρευτεί και θα του δώσει και το μισό του βασίλειο.

          Από το παλάτι πέρασαν πάρα πολλοί μα κανείς δε κατάφερνε να κάνει καλά τη πριγκίπισσα.

Μια και δυο πάει και ο τεμπέλης στο παλάτι και τον οδήγησαν στο δωμάτιο της πριγκίπισσας. Αμέσως της είπε ν’ ανοίξει το στόμα της. Η πριγκίπισσα το άνοιξε και το παιδί μίλησε στους βατράχους και τους ρώτησε:

-Είστε καλά;

-Ναι, είμαστε μια χαρά!

Ο τεμπέλης διέταξε το μάγειρα να φτιάξει σκορδαλιά και να τη δώσει να τη φάει η πριγκίπισσα. Αυτός έκανε όπως του είπε και δώσανε στην πριγκίπισσα κι έφαγε. Ύστερα από λίγο ρωτά ο τεμπέλης τους βατράχους πως είναι εκεί μέσα και πως αισθάνονται. Αυτοί απάντησαν πως δε είναι και τόσο καλά! Τότε ξαναλέει στο μάγειρα να ξαναδώσει άλλη μια μερίδα σκορδαλιά στην πριγκίπισσα. Σε λίγη ώρα πήγε πάλι στο δωμάτιο της πριγκίπισσας ο τεμπέλης και ρωτάει τους βατράχους:

-Είστε καλά;

Οι βάτραχοι δεν απαντούσαν γιατί είχαν πεθάνει. Αμέσως η πριγκίπισσα έγινε καλά και φυσικά ο βασιλιάς τήρησε την υπόσχεσή του.

Έτσι ο τεμπέλης  παντρεύτηκε την πριγκίπισσα και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!!!              

Ειρήνη Καλλιβρετάκη,Τάξη Ε΄,2007,Διήγηση που άκουσα από τον Δ/ντή μας Γιάννη Τσισμενάκη


Η πλούσια Κρητικοπούλα

 

          Σε ένα μεγάλο χωριό ζούσε μια οικογένεια που ήταν πολύ πλούσια και είχε στην κατοχή της πολλές ελιές, πολλά περιβόλια και πάρα πολλά πρόβατα.  Ήταν η πιο πλούσια και η πιο σεβαστή οικογένεια της περιοχής. Ο Σηφακογιώργης (έτσι έλεγαν το μπαμπά της πλούσιας Κρητικοπούλας) είχε τέσσερις γιους και μια κόρη. Η κόρη ήταν πολύ όμορφη και είχε πολλές χάρες και όλα τα γύρω χωριά τη θαύμαζαν για τις πολλές της χάρες.

          Ο μπαμπάς της ήθελε να την παντρέψει με έναν Κρητικό και πλούσιο παλικάρι όμως  ήταν κακάσχημος και δεν τον ήθελε. Όμως άλλα σχέδια είχε η μοίρα.

                             Η όμορφη Κρητικιά είχε αγαπήσει ένα φτωχό αλλά πολύ όμορφο, τίμιο και εργατικό βοσκό που και ο ίδιος την είχε αγαπήσει  πολύ. Τον είχε γνωρίσει σε ένα πανηγύρι.

          Οι δυο νέοι ξέρανε ότι ο αυστηρός Σηφακογιώργης δε θα τους άφηνε ποτέ να παντρευτούν και αποφάσισαν να κλεφτούν και να πάνε στο εκκλησάκι έξω από το χωριό για να παντρευτούν.

          Όταν το έμαθε ο πατέρας της νύφης δεν αντέδρασε όπως θα περίμεναν όλοι αλλά έδωσε την ευχή του στο ζευγάρι κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς εδώ καλύτερα.

          Άννα Παπασηφάκη, Τάξη Ε΄, 2007, Δικό μου παραμύθι


 Ο  Ευριπίδης ο μπασκετμπολίστας

 

 

          Σε μια οικογένεια μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένα παιδί που το η έλεγαν Ευριπίδη. Τη μαμά του την έλεγαν Φίλιο και το μπαμπά του.

          Ο Ευριπίδης ήταν ψηλός με κοντές βλεφαρίδες και πολύ αδύνατος. Επίσης του άρεσε το μπάσκετ και τα βιντεοπαιχνίδια. Για να σας δώσω να καταλάβετε  είχε μόνο βιντεοπαιχνίδια με το μπάσκετ.

          Μια μέρα η μητέρα του η Φιλιώ τον έγραψε σε μια ομάδα μπάσκετ όπου έμαθε πολύ γρήγορα και έγινε σημαντικός παίκτης.

          Σε πολλούς αγώνες  η ομάδα -ο Χρυσός Αετός-  νικούσε ώσπου έφτασε να πάρει και το πρωτάθλημα. Για δώρο ο Σύλλογος έδωσε στον κάθε παίκτη από ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Μόνο στον Ευριπίδη έδωσε puma.

          Τόσο καλός παίχτης ήταν  που μια μέρα τον πήραν στην Εθνική Ελλάδος. Καθώς έπαιζε σε ένα αγώνα ένας αντίπαλος παίχτης τον κλότσησε γιατί συνέχεια έβαζε καλάθια και αυτός τραυματίστηκε και δεν ξανάπαιξε για πολύ καιρό.

          Όταν πια έγινε καλά ήταν ο φόβος  και ο τρόμος  κάθε αντίπαλης ομάδας ,θρύλος και πρότυπο κάθε παίχτη αλλά και αγαπητός σε όλους τους φιλάθλους.

Μανόλης Κοκολάκης, Τάξη Ε΄, 2007, Δικό μου Παραμύθι

 

 


 

 

 Η μικρή Άνναμπελ

 

          Μια φορά κι ένα καιρό σε μια φάρμα ζούσε ένας  γεροντάκος με το εγγονάκι του τον Μπίλη. Μια μέρα όμως η φάρμα έπιασε φωτιά και το κακό είναι ότι μέσα στη φάρμα ήταν ο Μπίλη που από τότε δεν ξαναμίλησε ποτέ.

          Κάποια παραμονή Πρωτοχρονιάς γεννήθηκε στη φάρμα μια μικρή αγελαδίτσα. Πάντα εκείνη την ημέρα ο Άγιος Βασίλης πήγαινε στα ζώα και τους έδινε ένα χάρισμα. Αυτή τη φορά ο Άγιος Βασίλης τους έδωσε το χάρισμα να μιλάνε.

          Την άλλη μέρα ο παππούς του Μπίλη πήγε στη φάρμα και είδε το νεογέννητο μοσχαράκι. Ήταν πολύ όμορφο και το ονόμασε Άνναμπελ. Της έδεσε επίσης ένα κόκκινο κορδελάκι στο λαιμό.

          Μια μέρα η Άνναμπελ βγήκε από τη φάρμα και την είδε ο Μπίλη. Τότε έτρεξε και την αγκάλιασε και την πρόσεχε πολύ. Από τότε το μοσχάρι και το παιδί έγιναν φίλοι αχώριστοι. Η Άνναμπελ δεν ήξερε πως ο Μπίλη δε μιλάει και άρχισε να του κάνει διάφορες ερωτήσεις χωρίς να παίρνει απάντηση. Κάποια στιγμή βγήκε η μαμά της αγελαδίτσας και της είπε πως ο Μπίλη δε μπορεί να μιλήσει.

          Όταν ξανάφτασε η παραμονή Πρωτοχρονιάς η Άνναμπελ είδε τους ταράνδους του Αγίου Βασίλη να πετάνε και ήθελε να πετάξει και αυτή μαζί τους. Σκέφτηκε αυτή τη φορά να ζητήσει του Αγίου να την κάνει να πετάει. Αυτός της είπε πως αυτό ήταν αδύνατο. Τότε η αγελάδα κάθισε απογοητευμένη στην άκρη της φάρμας.

          Ο καιρός περνούσε και ο Μπίλη μεγάλωνε, το ίδιο και η αγελάδα. Ήρθε ξανά η Παραμονή Πρωτοχρονιάς να κι ο Άγιος Βασίλης  ξανάρχεται! Αυτή τη φορά η αγελαδίτσα σκέφτηκε μια εντελώς διαφορετική ευχή που θα έκανε ευτυχισμένους όλους στην οικογένεια της εκεί  στη φάρμα. Σκέφτηκε να ζητήσει να δώσει ξανά φωνή στο Μπίλη.

          Ο Άγιος που όλα τα νιώθει και όλα τα καταλαβαίνει αμέσως έκανε  την ευχή πραγματικότητα και από τότε οι δυο φίλοι δε σταματούσαν την κουβέντα παρά μόνο όταν πήγαιναν για ύπνο και φυσικά ζούνε αυτοί καλά κι εμείς εδώ καλύτερα!!

Μαρία Μανατάκη,Τάξη Ε΄,2007,Δικό μου Παραμύθι     

 

 

Category: Τα παιδιά μας γράφουν... | Added by: neohorio-dimot (29/01/2009) | Author: Angela Chatzi E W
Views: 279 | Rating: 0.0/0
Total comments: 0
Only registered users can add comments.
[ Sign Up | Login ]
Login form
Search
Site friends
  • Create a free website
  • uCoz Community
  • uCoz Textbook
  • Video Tutorials
  • Official Templates Store
  • Best Websites Examples

  • Copyright MyCorp © 2016