Το παραμυθοβιβλίο της Ε΄Τάξης (μέρος Α΄) - Τα παιδιά μας γράφουν... - Περιεχόμενα ιστοσελίδας - Δημοτικό Σχολείο Νέου Χωριού
Main | Sign Up | Login | RSSΚυριακή, 11/12/2016, 09:00

Δημοτικό Σχολείο Νέου Χωριού

Site menu
Section categories
Η ιστορία του χωρίου μας. [1]
Ήθη και έθιμα της περιοχής μας. [1]
Το σχολείο μας στα χρόνια τα παλιά. [5]
Τα παιδιά μας γράφουν... [16]
Δάσκαλοι και γονείς αρθρογραφούν. [4]
Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων [12]
Τα μαθήματα σκακιού [2]
Our poll
Rate my site
Total of answers: 23
Statistics

Σύνολο συνδεδεμένων χρηστών 1
Επισκέπτης 1
Χρήστης 0

Περιεχόμενα ιστοσελίδας

Main » Articles » Τα παιδιά μας γράφουν...

Το παραμυθοβιβλίο της Ε΄Τάξης (μέρος Α΄)

  ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΑΣ

 

ΤΑΞΗ Ε΄

 Δ.Σ. ΝΕΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Οι δυο γριές από την Κρήτη
 
 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν δυο γριές, η κυρά Μαριώ και η κυρά Σοφιώ. Η κυρά Μαριώ έμενε κοντά με την κυρά Σοφιώ και ήταν φίλες από τον καιρό που πήγαιναν στο Δημοτικό Σχολειό.

Τρώγανε μαζί, κάνανε παρέα μαζί, έπαιρναν το πρωινό τους μαζί.

Μια φορά πήγε η κυρά Σοφιώ στο σπίτι της κυράς Μαριώς και κουτσομπόλευαν. Λέει η Μαριώ στην κυρά Σοφιώ:

-Ήντα κάνει ο μπάρμπα Γιώργος καλά είναι;

-Ο μπάρμπα Γιώργος είναι στο Νοσοκομείο. Μπορώ να κοιμηθώ εδώ;

-Και δε κοιμάσαι;

Σαν είπαν τα κουτσομπολιά τους, το βράδυ φάγανε μαζί και κοιμήθηκαν.

Το πρωί λέει η κυρά Σοφιώ:

-Όφου νομίζω πως αρρώστησα!

-Πάμε στο γιατρό μη με κολλήσεις.

-Πάμε γρήγορα Μαριώ μου!!!

Πήγαν στο γιατρό την εξέτασε και είπε:

-Έχεις πυρετό πολύ μια ιοσούλα είναι θα περάσει! Να πας στο σπίτι σου και να μην βγαίνεις έξω , και να πίνεις ζεστά.

Σαν πήγε στο σπίτι της, με τη βοήθεια και της φίλης της, έκανε ότι της είπε ο γιατρός. Η μόνη στενοχώρια που είχε ήταν το ότι δε μπορούσε να πηγαίνει στο σπίτι της κυράς Μαριώς. Όμως η κυρά Μαριώ πήγε  να τη δει πηγαίνοντας της και μια καυτερή σούπα.

Η κυρά Σοφιώ πάντα χαιρόταν σαν έβλεπε την αγαπημένη της φίλη.

Αυτά γινόταν μέχρι που έγινε καλά η κυρά Μαριώ. Έτσι συνέχισαν τη ζωή τους βοηθώντας η μια την άλλη .Χαίρονταν και λυπόνταν με τις χαρμολύπες τους ώσπου ήρθε ο καιρός να ταξιδέψουν για το μεγάλο ταξίδι χωρίς επιστροφή!!!

Περράκη Θεανώ, τάξη Ε΄,2007, δικό μου παραμύθι.
 
     
 
 Η  κυρά Μαριώ

 

Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε η κυρά Μαριώ με τα εγγόνια της στις Βρύσες. Εκείνη τη μέρα είχε πολύ κρύο και η κυρά Μαριώ αρρώστησε.

 Την άλλη μέρα ο γιος της ο Σήφης πήγε και φώναξε έναν γιατρό. Ο γιατρός όταν την είδε τη ρώτησε:

-Ήντα κάνετε κυρά Μαριώ;

Η κυρά Μαριώ του απάντησε:

-Καλά είμαι για την ώρα ,εσείς ήντα κάνετε;

-Καλά `μαι, ελάτε τώρα να σας εξετάσω.

Ο γιατρός την εξέτασε , είδε ότι δεν είναι και τόσο καλά και είπε στο Σήφη:

-Η μάνα σου δεν είναι και πολύ καλά.

-Ήντα να κάμω για να τη θεραπεύσω γιατρέ;

-Να τη πας στο νοσοκομείο της Αθήνας.

-Μάλιστα γιατρέ μου, σε ευχαριστώ πολύ.

Μετά από λίγο έφυγε ο γιατρός και ο Σήφης πήγε να το πει στη καρά Μαριώ.

-Μάνα, μου είπε ο γιατρός τι να κάνω για να γίνεις καλά.

-Τι θα κάνεις γιέ μου;

-Θα σε πάω στην Αθήνα σε ένα μεγάλο νοσοκομείο.

- Ε καλά γιέ μου!

Την άλλη μέρα ετοίμασαν τις βαλίτσες τους για να ταξιδέψουν ως την Αθήνα. Όταν έφτασαν η κυρά Μαριώ που δεν είχε πάει ποτέ στην Αθήνα και δεν ήξερε πως είχε τόσο πολύ καυσαέριο λέει του Σήφη:

-Σηφαλιώ γιάντα ήρθαμε επαδά; Πάμε να γκάψουμε γιατί δε μπορώ να ανασάνω.

-Διάλε τσι απολοιμάρες σου, εσύ μωρέ δεν μου `λεγες πως ήθελες να δεις κιαμιά φορά και την Αθήνα;

-Ναι μα δεν ήξερα ότι είχε τούτονα το χάλι το καυσαέριο!

-Έλα μάνα σάλευγε να πάμε στο γιατρό εδά.

Απής εφτάσανε στο νοσοκομείο, πήγαν στο γιατρό και του είπαν τι έγινε. Ο γιατρός είπε να κάνει η κυρά Μαριώ κάποιες εξετάσεις. Αφού τις έκανε περίμενε, το τι θα πει ο γιατρός. Βλέποντας το γιατρό του λέει η κυρά Μαριώ:

-Ήντα δείχνουνε οι εξετάσεις;

-Καλές είναι μόνο πηγαίνετε στο χωριό και να παίρνετε από ένα χαπάκι ημερησίως και θα γίνεις περδίκι!

Η κυρά Μαριώ άλλο που δεν ήθελε ν` ακούσει. Γύρισε στο χωριό και δεν ήθελε να ξανακούσει για την Αθήνα.

Χρυσούλα Καραλιοπούλου ,Τάξη Ε΄,2007,Δικό μου παραμύθι  

 
Δαμάσκηνα για απορρίματα

 

Μια φορά κι ένα καιρό, ένας χωριάτης αποφάσισε να παντρέψει το γιό του με κάποια καλή και εργατική κοπέλα.

Φόρτωσε ένα καρότσι δαμάσκηνα και πήγε στα χωριά να τα πουλάει.

-Ελάτε, δαμάσκηνα για απορρίμματα! Φώναζε ο χωριάτης και πήγαινε στους δρόμους.

Βιάστηκαν κοπέλες, γυναίκες και γιαγιάδες να σκουπίζουν τα σπίτια τους. Προσπαθούσε κάθε μια να μαζέψει όσο πιο πολλά απορρίμματα μπορούσε για να πάρει και πιο πολλά δαμάσκηνα. Μια έφερε ένα τσουβάλι, άλλη έφερε σακούλα, τρίτη έφερε γεμάτη ποδιά!

Κουβαλούσανε και λέγανε:

-Για δείτε πόσα απορρίμματα μάζεψα στο σπίτι, καλά που ήρθε αυτός ο κουτός να του τα δώσουμε για να πάρουμε δαμάσκηνα. Ο χωριάτης έπαιρνε τα απορρίμματα και έδινε δαμάσκηνα.

Μια στιγμή ήρθε ένα όμορφο κορίτσι. Από τα ρούχα του φαινότανε πως ήταν φτωχό αλλά πολύ καθαρό. Αυτό καθόταν στην άκρη και έβλεπε τις γυναίκες να τρέχουν η μια πίσω από την άλλη να πουλάνε απορρίμματα για δαμάσκηνα. Το κορίτσι κοιτούσε και κρατούσε στην ποδιά του λίγα απορρίμματα.

-Έλα κοπελιά, έλα μην κάθεσαι στην άκρη, έλα να πάρεις κι εσύ δαμάσκηνα πριν τελειώσουνε!

Το κορίτσι κοκκίνισε από την ντροπή του, έσκυψε το κεφάλι του και είπε σιγά-σιγά:

-Εγώ μάλλον δεν θ` αγοράσω δαμάσκηνα.

-Γιατί να μην αγοράσεις; Για να δω πόσα απορρίμματα έχεις φέρει; Της είπε ο έμπορος.

Στενοχωρημένη η κοπέλα άνοιξε την ποδιά της ενώ τα χέρια της τρέμανε. Μέσα είχε μια χούφτα απορρίμματα. Τότε ο έμπορος της είπε :

-Ε! όμορφη κοπελιά λίγα έχεις μαζέψει, πόσα δαμάσκηνα να σου δώσω; Δε θα μπορείς ούτε να τα δοκιμάσεις. Πήγαινε, πήγαινε να φέρεις κι άλλα απορρίμματα.

-Δεν έχουμε άλλα, κύριε δεν έχουμε κλαψούρισε το κορίτσι και αυτά που κρατάω δεν είναι από το σπίτι μας, μου τα έδωσαν οι γείτονες επειδή τους βοήθησα να σκουπίσουν.

Ο χωριάτης όταν άκουσε αυτά χάρηκε πολύ και είπε:

Τέτοιο εργατικό και καλό κορίτσι θα έχει να φάει δαμάσκηνα όσα θέλει. Θα σε πάρω για νύφη του γιου μου και θα είσαι καλή νοικοκυρά είπε ο χωριάτης.

Έτσι έκαμε νύφη του αυτή την όμορφη και νοικοκυρά και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Γιάννης Ασένοβ , Τάξη Ε΄,2007, Βουλγαρικό Παραμύθι


 

Ο  αράπης

 

          Πριν πολλές χιλιετίες σε μια μακρινή χώρα γεννήθηκε μια πριγκίπισσα. Τότε ακόμα και μύγα να γεννιότανε οι Μοίρες θα ήταν πάντα εκεί. Ήρθαν λοιπόν να μοιράνουνε την πριγκιποπούλα . Είπανε στους γονείς της ότι θα παντρευτεί έναν αράπη δούλο του παλατιού. ταράχτηκε ο βασιλιάς και η βασίλισσα ελπίζοντας πως οι Μοίρες κάνουν λάθος.

Πέρασαν τα χρόνια και η πριγκίπισσα μεγάλωσε, έγινε γυναίκα ολόκληρη.  Μια μέρα βγήκε μια βόλτα . Καθώς περνούσε έξω από την τεράστια πύλη του παλατιού είδε χιλιάδες εργάτες να δουλεύουν.  Όμως μέσα στους χιλιάδες ένας ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Ήταν κατάμαυρος και καταϊδρωμένος όμως στην πριγκίπισσα φαινόταν σαν τον πιο όμορφο πρίγκιπα (τι να κάνουμε, γούστα είναι αυτά!!)

Τον είχε ερωτευτεί από δέκα χρονών. Το ίδιο και  ο μαύρος  είχε ερωτευτεί την πριγκίπισσα. Μια μέρα της ζήτησε να φύγουν μακριά, να παντρευτούν, να γυρίσουν παντρεμένοι και να το ανακοινώσουν στους δικούς της.  Η πριγκίπισσα συμφώνησε αλλά τα πράγματα δεν έγινα έτσι.

Ο βασιλιάς που κρυφάκουγε, μπήκε στο δωμάτιο και είπε τάχα  ότι χρειαζόταν τις υπηρεσίες του εργάτη. Είπε ο βασιλιάς ότι έπρεπε να παραδώσει ένα επείγον γράμμα στο Θεό. Πήρε το γράμμα ο εργάτης, αποχαιρέτησε την πριγκίπισσα του και κίνησε να φύγει.

Η βασίλισσα ρώτησε το βασιλιά:

-Γιατί το έκανες αυτό;

Ο βασιλιάς  της απάντησε:

-Δε θα βρει το δρόμο για το Θεό γιατί δεν υπάρχει και έτσι θα χαθεί για πάντα!

Μετά από λίγες μέρες περπάτημα, ο αράπης  συνάντησε ένα άρρωστο και τον ρώτησε:

-Τι έχεις άνθρωπε;

Ο άρρωστος του απάντησε ότι :

-Είμαι πολύ άρρωστος και αργοπεθαίνω.  Εσύ που πας;

-Πάω στο Θεό να του δώσω ένα γράμμα.

-Αχ! Θα του πεις για μένα , μπορεί να με κάνει καλά;

-Εντάξει θα το μιλήσω.

Πιο πέρα συνάντησε μια άστεγη γυναίκα που έπινε από την πιο βρώμικη πηγή νερό. Μόλις τον είδε η γυναίκα τον ρώτησε:

-Που πας αγόρι μου;

-Έχω ένα γράμμα να παραδώσω στο Θεό.

-Θα του μιλήσεις  για μένα να με βοηθήσει γιατί σπίτι να μείνω δεν έχω, είμαι άστεγη.

-Μείνε  ήσυχη θα του μιλήσω.

Μετά από ένα μήνα περπάτημα, μπήκε το φθινόπωρο, Ένας καλός αλλά φτωχός άνθρωπος του πρόσφερε στέγη για τη νύχτα. Την άλλη μέρα τον ευχαρίστησε και πήγε κατευθείαν και σκαρφάλωσε στο πιο ψηλό βουνό. Σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και φώναξε: Θεέ, κατέβα να σου μιλήσω .Ο Θεός  κατέβηκε και του είπε: Τι θέλεις ταξιδιώτη;

-Δυο άνθρωποι ζητούν τη βοήθειά σου κι εσύ κάθεσαι με σταυρωμένα χέρια!

-Αυτοί οι δυο είναι κακοί και έκαναν φοβερά πράγματα. 

-Ο άλλος άνθρωπος που ζει παραπέρα είναι πολύ καλός.

-Για να μη γίνει κακός τον έχω εκεί που τον έχω, τίποτα άλλο;

-Ναι, αυτό το γράμμα, είπε και του έδωσε το γράμμα.

Ο Θεός το άνοιξε, όμως δεν έγραφε τίποτε.  Κατάλαβε αμέσως τα πάντα κι αποφάσισε να στείλει τον αράπη στο παλάτι.

Κουνώντας το δαχτυλάκι του ο αράπης εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε στο δωμάτιο της πριγκίπισσας.  Εκεί ήταν βράδυ κι όλοι κοιμόντουσαν, έτσι βρήκε την ευκαιρία και έφυγαν με την πριγκίπισσα μακριά. Παντρεύτηκαν κι έκαναν πολλά παιδιά. Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

Νατάσσα Σαριδάκη,Τάξη Ε΄,2007,

 

   


 
Ο Κυρ Μήτσος και το μαγικό μυρμήγκι

 

          Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένας  καλός κύριος που λεγόταν Μήτσος. Μια ωραία μέρα, επήγε να σκάψει και είδε ένα μυρμήγκι και εκείνο του λέει:

-Πρόσεχε, είμαι κι εγώ έπαε, δε με βλέπεις;

-Συγγνώμη αλλά είσαι πολύ μικρό.

-Το κατέω και δεν έχω δυνατή φωνή γι’ αυτό δε μ’ ακούει κανένας.

-Εγώ σε άκουσα.

-Αλλά κι από τις άλλες φορές δεν έχω παράπονο. Επειδή είμαι μαγικό εξαφανίζομαι και γι’ αυτό το λόγο ζω ακόμη.

-Είσαι μαγικό;

-Ναι, θες  να σου δώσω πράμα;

-Ναι, βέβαια θέλω!

-Ήντα θες να σου δώσω;

-Θέλω χρήματα, επειδή είμαι φτωχός και τα χρειάζομαι!

-Κλείσε τα μάτια σου και όταν σου πω θα τα ανοίξεις.

-Άνοιξε τα εδά!

-Α! α! α!.....Σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Θες εδά να πάμε να σε φιλέψω κάτι;

-Αλήθεια; Πάμε!

Ο κυρ Μήτσος πήρε το μυρμήγκι και το πήγε στο σπίτι του.

-Έλα, φτάσαμε!

-Αχ τι ωραίο σπίτι είναι αυτό;

-Λοιπόν, ήντα θες να σου δώσω να φας;

-Ήντα άλλο εκτός από ψίχουλα;

-Έλα ντε!

          Ο κυρ Μήτσος είχε το μυρμήγκι στο σπίτι του έξι μήνες περίπου, ώσπου κάποια μέρα του είπε το μυρμήγκι:

-Κυρ Μήτσο θέλω να επιστρέψω σπίτι μου στη φύση.

-Γιατί δε περνάς ωραία έπαε;

-Περνάω μια χαρά, αλλά  μου έλειψαν οι φίλοι μου, η εξοχή και σας παρακαλώ επέστρεψε με σπίτι μου!

-Εντάξει, αλλά όταν θέλω κάτι θα έρχομαι να στο ζητώ.

          Ο κυρ Μήτσος γύρισε το μυρμήγκι στο σπίτι του και το ευχαρίστησε για το καλό που του έκανε. Η σχέση τους δε χάλασε. Ο κυρ Μήτσος πήγαινε κάθε μέρα και το έβλεπε και άμα ήθελε και πράμα του το ζητούσε. Αυτή η σχέση κράτησε για πάντα.

Τελικά είναι καλό να έχει κανείς φίλους!!!

Ανδριάνα Βουράκη,Τάξη Ε΄,2007,Δικό μου Παραμύθι     

 


  


Category: Τα παιδιά μας γράφουν... | Added by: neohorio-dimot (29/01/2009) | Author: Angela Chatzi E W
Views: 292 | Rating: 0.0/0
Total comments: 0
Only registered users can add comments.
[ Sign Up | Login ]
Login form
Search
Site friends
  • Create a free website
  • uCoz Community
  • uCoz Textbook
  • Video Tutorials
  • Official Templates Store
  • Best Websites Examples

  • Copyright MyCorp © 2016